Καθαρίζοντας την ντουλάπα μου έπειτα από μια ακατανίκητη λαχτάρα να ξεθάψω ένα φούτερ που θυμήθηκα ότι έχω (για να το φοράω μόλις ξυπνάω τα πρωινά και πηγαίνω προς τοιλέττεν διότι η αρχική επαφή πατούσας με κρύο πλακάκι του νοέμβρη με παγώνει τοπικώς και στη συνέχεια καθολικώς δημιουργώντας μου γκουσμπάμπς) έπεσα πάνω σε μια μπλούζα του πρώην. Ξέρεις. Του μεγάλος δεσμός – συγκάτοικος – συνεργάτης – παρενοχλητής στη συναυλία φέηθ νο μορ.
Στάθηκα με τη μπλούζα στα χέρια στη μέση του δωματίου μου. Την κοίταξα. Ξεμανίκωτη. Ξεθωριασμένο μαύρο. Από τη μια μεριά γράφει ATAVISM με κόκκινα αδέξια γράμματα. Από πίσω με λευκά και πιο ευθυγραμμισμένα, BRUTAL DEATH GRIND. Αν τη γύριζες από την ανάποδη, θα έβλεπες ότι ήταν μια παλιά μπλούζα Metal Fest 2002. Slayer, In Flames, Dream Theater, Nevermore yadda yadda yadda.
Χμ.
Για μερικά δευτερόλεπτα την κράτησα παρατηρώντας τη λες και χάζευα κάποιο σπάνιο έντομο στα βάθη του Αμαζονίου.
Φλάσμπακ.
Είναι κυριακή πρωϊ και έχουμε κοιμηθεί εδώ. Οι γονείς μου λείπουν. Ξυπνάω όπως πάντα πρώτη. Είμαστε μαζί σχεδόν 3 μήνες. Ο έρωτας ξεχειλίζει από τα αυτιά και των δυο μας, είμαστε σαν τα ζευγαράκια που βλέπεις στις ταινίες, όλο αγκαλιές και φιλιά και μια διάχυτη σιαμαιοσύνη, οι φίλοι μας βρίσκουν – με το δίκιο τους – εμετικούς και σιχαμένους και απίστευτα χαριτωμένους. Με τη νεοαποκτηθείσα ευγνωμοσύνη μου για κάθε λεπτό που ροχαλίζει δίπλα μου, σηκώνομαι και πάω να του φέρω πρωινό στο κρεβάτι. Φραπές και γαλλικός αντίστοιχα ετοιμάζονται και μόλις χτυπάει η τοστιέρα, βουτάω το δίσκο και με αγουροξυπνημένο χαμόγελο τα φέρνω στο δωμάτιό μου. Εκείνος μόλις έχει ξυπνήσει. Πίνει μια γουλιά φραπέ και μου κάνει νόημα να του δώσω τα τσιγάρα του. Του τα πετάω, τα πιάνει στον αέρα και ανάβει τσιγάρο. Χαμογελάει πλατιά.
Σε λατρεύω, μου λέει.
Είμαι 18 χρονών. Είναι 25. Στα μάτια μου δεν υπάρχει ομορφότερος, εξυπνότερος και δυνατότερος άνθρωπος από εκείνον. Βάζω Happy Mondays και ξαπλώνουμε αγκαλιά στο κρεβάτι. Φοράω μια μπλούζα Joy Division. Εκείνος μια μπλούζα με ένα συγκρότημα που δε ξέρω. Τον ρωτάω.
“Παλιοί, βολιώτες. Μου την είχε φτιάξει ο ντράμερ τους. Ήταν φίλος. Από μέσα κοίτα!”
Γελάω. Τι έκανες εσύ στο Metal Fest 2002, λέω.
Το χαμάλη. Κουβαλούσα ενισχυτές που ήξερα ότι δε θα έχω ποτέ λεφτά να τους αγοράσω, μου απαντάει. Εγώ πάλι το 2002 ήμουν στο γυμνάσιο, του λέω και γελάμε μαζί. Με σφίγγει πάνω του.
Είμαι ευτυχισμένη.
Πριν φύγει για το σπίτι του, διπλώνει τη μπλούζα και την αφήνει πάνω στο κρεβάτι. “Να την αφήσω για όταν έρχομαι εδώ;”
Την παίρνω και τη φοράω στο κεφάλι μου σαν κουκούλα. Κάνω ότι κατευθύνομαι με φόρα πάνω στη ντουλάπα και δήθεν κοπανάω και πέφτω μη βλέποντας που πηγαίνω. Ξεκαρδίζεται. Δε χρειάζεται να είσαι τόσο ευγενικός και να γελάς με όλες τις μαλακίες που κάνω, του λέω βγάζοντας τη μπλούζα από το κεφάλι μου. Ξαπλώνει δίπλα μου στο πάτωμα και με κοιτάει. Χαμογελάμε σαν ηλίθιοι. Βάζει το κεφάλι του πάνω στο στήθος μου. Είμαστε ευτυχισμένοι και ερωτευμένοι και δεν έχουμε ιδέα.
Φλάσμπακ.
Είμαι 20 χρονών. Έχω πιάσει την δεύτερη δουλειά στη ζωή μου. Είναι σε ένα περιοδικό. Παράλληλα δουλεύω και μαζί του στο στούντιο. Πέρυσι δούλευα μαζί του σε άλλο περιοδικό. Έκλεισε. Η καινούρια μου δουλειά δε του αρέσει. Έχει πολλούς άντρες, λέει. Παρ’όλα τα λεγόμενά του, γράφω τα κείμενα σπίτι μου και τα στέλνω με μέηλ. Δε βλέπω κανέναν, παρά μόνο σε εκδηλώσεις. Όποτε γίνεται μια εκδήλωση έρχεται μαζί μου και πάνω στη μια ώρα με τραβάει να φύγουμε. Έχει προηγηθεί ένα φεστιβάλ. Εκεί ο αρχισυντάκτης μου γνωρίζει το Τζάρβις. Μου φαίνεται σνομπ. Τον αγνοώ. Γίνεται πάρτυ για το άνοιγμα του περιοδικού. Εκεί ξανασυναντάω τον Τζάρβις. Έρχεται με μια γκόμενα. Αυτομάτως μισώ και τους δύο. Μιλάμε ελάχιστα. Ο Τζάρβις φεύγει με τη γκόμενα κι εγώ για κάποιον λόγο που είναι ελεεινά συγκεχυμένος μέσα στο κεφάλι μου αρχίζω να πίνω ό,τι έχει το μαγαζί. Κοιτάζω στιγμιαία έναν τύπο. Με βγάζει φωτογραφία τυχαία την ώρα που στρέφω το βλέμμα μου πάνω του. Δε τον ξέρω. Δεν ξέρω ακόμα ότι μετά από τρεις μήνες θα βγάζουμε με λύσσα τα μάτια μας με τους γείτονες να μας κοπανάνε τους τοίχους. Πίνω και το ποτό του κολλητού μου που φεύγει για να συναντήσει μια γκόμενα. Του εύχομαι καλή τύχη και κάθομαι κοιτώντας το κενό. O πέφτουλας της βραδιάς που μίλαγε με τον αρχισυντάκτη μου έρχεται να μου πει ότι του ζήτησε το τηλέφωνό μου. Του απαντάω ότι δε χρειάζομαι νταβατζήδες. Μου λέει ότι έτσι κι αλλιώς δε του το έδωσε και ήρθε να το πάρει από μένα. Τον κοιτάω και οι φακοί μου έχουν θολώσει. Χωρίς να ξέρω το γιατί, πατάω τα γέλια. Γελάει κι εκείνος σα βλάκας. Σταματάει και με κοιτάει με το βλέμμα του μηρυκαστικού. “Τόσο αστείο είναι;” με ρωτάει. Εκείνη την ώρα μπαίνει στο μαγαζί ο πρώην μου. Υποτίθεται ότι δούλευε. Έρχεται προς το μέρος μου και μου λέει ότι ήρθε να με πάρει. Να πάμε που, λέω εγώ. Σπίτι, μου κάνει. Προσπαθώ να αρθρώσω ότι έχω υποσχεθεί στους γονείς μου να κοιμηθώ σπίτι μου απόψε αλλά ήδη με σέρνει προς τα έξω. Στο ταξί παραπονιέμαι ότι με πονάνε τα πόδια μου από τα τακούνια. Όταν κατεβαίνουμε μου πετάει μέσα από τα δόντια γιατί ντύθηκες έτσι. Πως, λέω εγώ. Δεν απαντάει. Είναι θυμωμένος. Στο σπίτι η μια μου πυτζάμα είναι για πλύσιμο και την άλλη τη φοράει ο αδερφός του. Χρειάζομαι μια μπλούζα, του λέω. Μου πετάει με τσαντίλα την ΑTAVISM. Με πετυχαίνει στα μούτρα. Δε χρειάζεται να είσαι τόσο ευγενικός, λέω ειρωνικά βγάζοντας τη μπλούζα από το κεφάλι μου. Να σταματήσεις τη δουλειά τότε, μου γαβγίζει και πέφτει για ύπνο. Είναι Μάιος. Είναι το πρώτο βράδυ στο σπίτι που δεν πέφτουμε για ύπνο αγκαλιά. Όλο το βράδυ μου έχει γυρισμένη πλάτη. Στριφογυρίζω. Βάζω τα ακουστικά που μου είχε πάρει για το στούντιο και ξαπλώνω στο πάτωμα. Ακούω όλο το βράδυ στο ρηπήτ το Mad World. Nιώθω μια βαθιά, πηχτή, μαύρια μελαγχολία που με ρημάζει. Η μπλούζα που φοράω μυρίζει σαν αυτόν. Με ενοχλεί. Για πρώτη φορά μέσα σε δυο χρόνια. Τη βγάζω και τη χρησιμοποιώ για μαξιλάρι. Κουλουριάζομαι στο πάτωμα με τα εσώρουχα δίπλα στο κρεβάτι.
Fast forward.
Κοιτάζω τη μπλούζα.
Σχεδόν μηχανικά τη δίπλωνω και την πετάω πίσω στα βάθη της ντουλάπας.



