09/11/2009

Why Are You Wearing That Stupid Man Suit

Καθαρίζοντας την ντουλάπα μου έπειτα από μια ακατανίκητη λαχτάρα να ξεθάψω ένα φούτερ που θυμήθηκα ότι έχω (για να το φοράω μόλις ξυπνάω τα πρωινά και πηγαίνω προς τοιλέττεν διότι η αρχική επαφή πατούσας με κρύο πλακάκι του νοέμβρη με παγώνει τοπικώς και στη συνέχεια καθολικώς δημιουργώντας μου γκουσμπάμπς) έπεσα πάνω σε μια μπλούζα του πρώην. Ξέρεις. Του μεγάλος δεσμός – συγκάτοικος – συνεργάτης – παρενοχλητής στη συναυλία φέηθ νο μορ.

Στάθηκα με τη μπλούζα στα χέρια στη μέση του δωματίου μου. Την κοίταξα. Ξεμανίκωτη. Ξεθωριασμένο μαύρο. Από τη μια μεριά γράφει ATAVISM με κόκκινα αδέξια γράμματα. Από πίσω με λευκά και πιο ευθυγραμμισμένα, BRUTAL DEATH GRIND. Αν τη γύριζες από την ανάποδη, θα έβλεπες ότι ήταν μια παλιά μπλούζα Metal Fest 2002. Slayer, In Flames, Dream Theater, Nevermore yadda yadda yadda.
Χμ.
Για μερικά δευτερόλεπτα την κράτησα παρατηρώντας τη λες και χάζευα κάποιο σπάνιο έντομο στα βάθη του Αμαζονίου.

Φλάσμπακ.
Είναι κυριακή πρωϊ και έχουμε κοιμηθεί εδώ. Οι γονείς μου λείπουν. Ξυπνάω όπως πάντα πρώτη. Είμαστε μαζί σχεδόν 3 μήνες. Ο έρωτας ξεχειλίζει από τα αυτιά και των δυο μας, είμαστε σαν τα ζευγαράκια που βλέπεις στις ταινίες, όλο αγκαλιές και φιλιά και μια διάχυτη σιαμαιοσύνη, οι φίλοι μας βρίσκουν – με το δίκιο τους – εμετικούς και σιχαμένους και απίστευτα χαριτωμένους. Με τη νεοαποκτηθείσα ευγνωμοσύνη μου για κάθε λεπτό που ροχαλίζει δίπλα μου, σηκώνομαι και πάω να του φέρω πρωινό στο κρεβάτι. Φραπές και γαλλικός αντίστοιχα ετοιμάζονται και μόλις χτυπάει η τοστιέρα, βουτάω το δίσκο και με αγουροξυπνημένο χαμόγελο τα φέρνω στο δωμάτιό μου. Εκείνος μόλις έχει ξυπνήσει. Πίνει μια γουλιά φραπέ και μου κάνει νόημα να του δώσω τα τσιγάρα του. Του τα πετάω, τα πιάνει στον αέρα και ανάβει τσιγάρο. Χαμογελάει πλατιά.
Σε λατρεύω, μου λέει.
Είμαι 18 χρονών. Είναι 25. Στα μάτια μου δεν υπάρχει ομορφότερος, εξυπνότερος και δυνατότερος άνθρωπος από εκείνον. Βάζω Happy Mondays και ξαπλώνουμε αγκαλιά στο κρεβάτι. Φοράω μια μπλούζα Joy Division. Εκείνος μια μπλούζα με ένα συγκρότημα που δε ξέρω. Τον ρωτάω.
“Παλιοί, βολιώτες. Μου την είχε φτιάξει ο ντράμερ τους. Ήταν φίλος. Από μέσα κοίτα!”
Γελάω. Τι έκανες εσύ στο Metal Fest 2002, λέω.
Το χαμάλη. Κουβαλούσα ενισχυτές που ήξερα ότι δε θα έχω ποτέ λεφτά να τους αγοράσω, μου απαντάει. Εγώ πάλι το 2002 ήμουν στο γυμνάσιο, του λέω και γελάμε μαζί. Με σφίγγει πάνω του.
Είμαι ευτυχισμένη.
Πριν φύγει για το σπίτι του, διπλώνει τη μπλούζα και την αφήνει πάνω στο κρεβάτι. “Να την αφήσω για όταν έρχομαι εδώ;”
Την παίρνω και τη φοράω στο κεφάλι μου σαν κουκούλα. Κάνω ότι κατευθύνομαι με φόρα πάνω στη ντουλάπα και δήθεν κοπανάω και πέφτω μη βλέποντας που πηγαίνω. Ξεκαρδίζεται. Δε χρειάζεται να είσαι τόσο ευγενικός και να γελάς με όλες τις μαλακίες που κάνω, του λέω βγάζοντας τη μπλούζα από το κεφάλι μου. Ξαπλώνει δίπλα μου στο πάτωμα και με κοιτάει. Χαμογελάμε σαν ηλίθιοι. Βάζει το κεφάλι του πάνω στο στήθος μου. Είμαστε ευτυχισμένοι και ερωτευμένοι και δεν έχουμε ιδέα.

Φλάσμπακ.
Είμαι 20 χρονών. Έχω πιάσει την δεύτερη δουλειά στη ζωή μου. Είναι σε ένα περιοδικό. Παράλληλα δουλεύω και μαζί του στο στούντιο. Πέρυσι δούλευα μαζί του σε άλλο περιοδικό. Έκλεισε. Η καινούρια μου δουλειά δε του αρέσει. Έχει πολλούς άντρες, λέει. Παρ’όλα τα λεγόμενά του, γράφω τα κείμενα σπίτι μου και τα στέλνω με μέηλ. Δε βλέπω κανέναν, παρά μόνο σε εκδηλώσεις. Όποτε γίνεται μια εκδήλωση έρχεται μαζί μου και πάνω στη μια ώρα με τραβάει να φύγουμε. Έχει προηγηθεί ένα φεστιβάλ. Εκεί ο αρχισυντάκτης μου γνωρίζει το Τζάρβις. Μου φαίνεται σνομπ. Τον αγνοώ. Γίνεται πάρτυ για το άνοιγμα του περιοδικού. Εκεί ξανασυναντάω τον Τζάρβις. Έρχεται με μια γκόμενα. Αυτομάτως μισώ και τους δύο. Μιλάμε ελάχιστα. Ο Τζάρβις φεύγει με τη γκόμενα κι εγώ για κάποιον λόγο που είναι ελεεινά συγκεχυμένος μέσα στο κεφάλι μου αρχίζω να πίνω ό,τι έχει το μαγαζί. Κοιτάζω στιγμιαία έναν τύπο. Με βγάζει φωτογραφία τυχαία την ώρα που στρέφω το βλέμμα μου πάνω του. Δε τον ξέρω. Δεν ξέρω ακόμα ότι μετά από τρεις μήνες θα βγάζουμε με λύσσα τα μάτια μας με τους γείτονες να μας κοπανάνε τους τοίχους. Πίνω και το ποτό του κολλητού μου που φεύγει για να συναντήσει μια γκόμενα. Του εύχομαι καλή τύχη και κάθομαι κοιτώντας το κενό. O πέφτουλας της βραδιάς που μίλαγε με τον αρχισυντάκτη μου έρχεται να μου πει ότι του ζήτησε το τηλέφωνό μου. Του απαντάω ότι δε χρειάζομαι νταβατζήδες. Μου λέει ότι έτσι κι αλλιώς δε του το έδωσε και ήρθε να το πάρει από μένα. Τον κοιτάω και οι φακοί μου έχουν θολώσει. Χωρίς να ξέρω το γιατί, πατάω τα γέλια. Γελάει κι εκείνος σα βλάκας. Σταματάει και με κοιτάει με το βλέμμα του μηρυκαστικού. “Τόσο αστείο είναι;” με ρωτάει. Εκείνη την ώρα μπαίνει στο μαγαζί ο πρώην μου. Υποτίθεται ότι δούλευε. Έρχεται προς το μέρος μου και μου λέει ότι ήρθε να με πάρει. Να πάμε που, λέω εγώ. Σπίτι, μου κάνει. Προσπαθώ να αρθρώσω ότι έχω υποσχεθεί στους γονείς μου να κοιμηθώ σπίτι μου απόψε αλλά ήδη με σέρνει προς τα έξω. Στο ταξί παραπονιέμαι ότι με πονάνε τα πόδια μου από τα τακούνια. Όταν κατεβαίνουμε μου πετάει μέσα από τα δόντια γιατί ντύθηκες έτσι. Πως, λέω εγώ. Δεν απαντάει. Είναι θυμωμένος. Στο σπίτι η μια μου πυτζάμα είναι για πλύσιμο και την άλλη τη φοράει ο αδερφός του. Χρειάζομαι μια μπλούζα, του λέω. Μου πετάει με τσαντίλα την ΑTAVISM. Με πετυχαίνει στα μούτρα. Δε χρειάζεται να είσαι τόσο ευγενικός, λέω ειρωνικά βγάζοντας τη μπλούζα από το κεφάλι μου. Να σταματήσεις τη δουλειά τότε, μου γαβγίζει και πέφτει για ύπνο. Είναι Μάιος. Είναι το πρώτο βράδυ στο σπίτι που δεν πέφτουμε για ύπνο αγκαλιά. Όλο το βράδυ μου έχει γυρισμένη πλάτη. Στριφογυρίζω. Βάζω τα ακουστικά που μου είχε πάρει για το στούντιο και ξαπλώνω στο πάτωμα. Ακούω όλο το βράδυ στο ρηπήτ το Mad World. Nιώθω μια βαθιά, πηχτή, μαύρια μελαγχολία που με ρημάζει. Η μπλούζα που φοράω μυρίζει σαν αυτόν. Με ενοχλεί. Για πρώτη φορά μέσα σε δυο χρόνια. Τη βγάζω και τη χρησιμοποιώ για μαξιλάρι. Κουλουριάζομαι στο πάτωμα με τα εσώρουχα δίπλα στο κρεβάτι.

Fast forward.
Κοιτάζω τη μπλούζα.
Σχεδόν μηχανικά τη δίπλωνω και την πετάω πίσω στα βάθη της ντουλάπας.

that is when the world will end

(κλικ στην εικόνα)

06/11/2009

Προσοχή, Ακολουθεί Σεντόνι – Ξανά!

books are cool
Καιρός ήταν δηλαδή γιατί πολύ κλάμα είχε πέσει αδερφάκι μου. Βάλε καφέ και ξεκινάμε.
Διάβασα το Snuff του Chuck Palahniuk στον οποίο έχω τάξει αιώνια πίστη και αφοσίωση γιατί ανήκει σε κείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που σου έσωσαν τη ζωή όταν ήσουν ακόμα μικρός για να καταλάβεις τι επιπτώσεις θα είχες υποστεί εάν δεν είχες διαλέξει τότε αυτό το συγκεκριμένο βιβλίο και το χέρι σου κατευθυνόταν στο δίπλα. Για τη Λυδία των 13 ετών – που ήταν βυθισμένη σ’έναν κόσμο στον οποίο έπαιζε ΜΟΝΟ και ΑΥΣΤΗΡΩΣ britpop – ο Επιζών ήταν η αρχή του τέλους. Η καταστρόφα της παιδικής ψυχούλας μου. Αφού το ρούφηξα, μετά από δύο μέρες πήγα και πήρα το Fight Club. Το πιο πολυδιαβασμένο μου βιβλίο. Το είχα ρημάξει τόσο που ξέφτισε η προστατευτική μεμβράνη. Γεμάτο υπογραμμίσεις μέσα, σελίδες με στάμπες από καφέ, λευκά σημάδια από τις τσακίσεις. Το λάτρευα. Κλασσικά το χάρισα πέρυσι σε γκομενάκι και μετά κοπανιόμουν με το λεξικό του Μπαμπινιώτη για έξτρα διάσειση γιατί μετά μου έλειπε το ρημάδι – το βιβλίο, όχι το γκομενάκι. Ένιγουεη, σου έλεγα για το Snuff. Η Cassie Wright που λες, είναι μια διάσημη πορνοστάρ που ετοιμάζεται να βγει στη σύνταξη αλλά αποφασίζει να το κάνει θεαματικά σπάζοντας το ρεκόρ Γκίνες κάνοντας σαικς με 600 άντρες νον-στοπ ον κάμερα. Αυτό που εσύ ουσιαστικά θα διαβάσεις είναι την καταγραφή των γεγονότων από τρεις διαφορετικούς, ράντομ τυπάδες που περιμένουν τη σειρά τους στωικά για να πάνε να κάνουν το λειτούργημά τους. Διάβασέ το, αρρωστημένα αστείο και αληθινό.
Στη σειρά περιμένει και το Crime του Irvine Welsh, ναι ναι φιλαράκι είμαι προβλέψιμη, όλο μακαρόνια μακαρόνια μακαρόνια μπούχτισες το ξέρω, αλλά εμένα αυτοί μ’αρέσουνε.
Έφαγα ΤΟ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ γλυκό του κόσμου στο φουαγιέ του Ινστιτούτου Γκέτε. Το χειρότερο! Λέγεται Sachertorte και είναι βιεννέζικο έδεσμα. Επειδή πραγματικά δε μπορώ να καταλάβω πως μπορεί να σκέφτηκε ο φαινομενικά συμπαθέστατος Φραντζ Ζάχερ για να φτιάξει αυτό το αίσχος, προσπαθήστε να μπείτε στη θέση του. Είστε ένας αυστριακός σεφ το σωτήριον έτος 1832. Έχετε τσίφτικο μουστάκι και φαίνεστε εντάξει τύπος. Έχετε κι ένα ωραίο ξενοδοχείο και βγάζετε τα προς το ζην. Σας κάνει την τιμή ο κύριος Μέττερνιχ και σας πιάνει μια ελαφρά ταρακουλίασις διότι κάπως πρέπει να τονε περιποιηθείτε τον άνθρωπο, να μη σας πει και τελευταίους. Σκέφτεστε λοιπόν μια καινούρια εντυπωσιακή συνταγή. Εκεί που κάθεστε σαν άρχοντας στον πάγκο της κουζίνας σου χαιδεύοντας το πυκνό σας μουστάκι ξάφνου πετάγεστε ορθός και αναφωνείτε: ΧΟΗΤΕ ΜΑΧΕ ΙΧ ΑΗΝΕ ΤΟΡΤΕ! – και συμπηρώνετε στα καπάκια ΑΗΝΕ ΖΑΧΕΡΤΟΡΤΕ! γιατί είστε ο αρχισέφ, να μη δώσετε και το όνομά σας στο δημιούργημά σας; Ξεκινάτε λοιπόν να φτιάξετε κέηκ σοκολάτας. Σας πληροφορούν όμως ότι ο κύριος Μέττερνιχ έχει ζάχαρο. Ααα, σάησε, αναφωνείτε και αποφασίζετε να ρίξετε μαγειρική σόδα αντί για ζάχαρη ώστε το κέηκ εκτός από άγλυκο να γίνει και σαν σφουγγάρι για τα πιάτα. Πάει στο διάολο μέχρι εδώ. Αλλά πείτε μου με ποια λογική στα μισά της κουλιναρίας σας σας έρχεται η φαεινή ιδέα να βάλετε στρώσεις ΘΕΟΠΙΚΡΗΣ μαρμελάδας βερίκοκο – που παίζει να είναι και γκρέηπφρουτ γιατί δε θυμάμαι τα βερίκοκα να έχουν γεύση Augmentin – ανάμεσα σ’ένα ήδη αν όχι πικρό, τότε σίγουρα άγευστο κέηκ με υφή έμμενταλ. Αίσχος. Τι συμβαίνει μέσα στο μικρό τευτονικό μυαλουδάκι σας;!
Παίζω νον στοπ Overlord και νιώθω πως το λεξιλόγιό μου έχει περιοριστεί στις φράσεις “ΤΡΕΖΟΥΡ ΦΟΡ ΔΕ ΜΑΑΑΑΑΑΣΤΕΡ” και “ΝΤΗΣΤΡΟΙ” – α, και στο “ελπίζω να μην τραβάω πάλι τα μαλλιά μου με τις εκθέσεις σας”, αλλα αυτό δεν είναι επί της παρούσης. Από τα λίγα παιχνίδια που δεν είσαι κάποιος καλός ηρωικός φλωράκος, είσαι ο σατανικός και γαμάω Όβερλορντ και έχεις ένα στρατό από 4 φυλές χαζών πλην πιστών μέχρι θανάτου Μίνιονς που σε ακολουθούν παντού και σπέρνουν όλεθρο και καταστρόφα απ’όπου κι αν περνούν. Στόχος σου: να ρημάξεις χωριά, σπαρτά, να πάρεις γυναίκες για σκλάβες σου και γενικώς να θαυμάζεις ως άλλος Νέρων τους πυκνούς καπνούς να πνίγουν τα φλεγόμενα καλύβια ανυποψίαστων χωρικών όση ώρα τα Μίνιονς σου φέρνουν λεφτά και μαγικά φίλτρα. Δες εδώ πόσο ενθουσιώδη είναι τα Μίνιονς και πόσο χαριτωμένες οι ανάπηρες πολεμικές ιαχές τους, σα γκρέμλινς με σύνδρομο Τουρέτ.
Αυτά τα ολίγα, αγάπες, τσιμπήστε και τραγουδάκι Blur -αφού την έκανα την αναφορά στην παλιά απέθαντη πολυαγαπημένη- από κείνα που τότε στα τιμημένα νάηντιζ το MTV τα είχε κάνει τόσο σούπα που το έβλεπα μέχρι και στον ύπνο μου:

Αγάπη όμως, ε;

02/11/2009

Η Ξανθιά Έχει Τις Μαύρες Της Pt. II

chirp?
Καλό μήνα, αγάπες.
Τα πράγματα με την υγεία μου πάνε τον τελευταίο καιρό κάπως μεχ – προς το παρόν τίποτα το σοβαρό αλλά αρκετά για να σε κάνουν να στριφογυρνάς κάνα μισάωρο πριν κοιμηθείς το βράδυ, εξ’ου και η μηδαμινή μου διάθεση να εμφανιστώ από εδώ και να πούμε όλοι ανσάμπλ χαζομάρες. Κρίμα, γιατί είχα τόσα πολλά να πω, από μια τεράστια ανάλυση των παιχνιδιών που παίζω εσχάτως μέχρι την τρελή μου επιθυμία να πάρω Wii για χριστουγενιάτικο δώρο στον εαυτό μου και να φωνάζω τους φίλους μου να παίζουμε όλοι μαζί Guitar Hero: Metallica, να κάνω ένα κοριτσίστικο ποστ γεμάτο crash test κραγιόν και ρούχων που δοκίμασα εσχάτως, για τη σοκολάτα που μου έδωσε η αφεντικίνα μου με ένα πράσινο ποστ-ιτ “ευχαριστώ πολύ” για μια κατάσταση ανάγκης που χειρίστηκα και ότι σχεδόν με πήραν τα ζουμιά, έστω να γράψω ένα από τα κλασικά μανιφέστα αγάπης προς το Τζάρβις μου, αλλά γιοκ. Νιχτς. Ευελπιστώ από την άλλη εβδομάδα η διάθεσή μου να έχει πάρει την ανιούσα – ήδη ξύπνησα με χαμόγελο σήμερα.
Δεσμεύομαι να επανέλθω δριμύτερη από νεξτ γουήκ, να μου προσέχετε εκεί έξω.