
Από την ημέρα που μετακόμισα με τον Τούρκο της καρδιάς μου, δε μου λείπει τίποτα. Το σπίτι είναι βγαλμένο από αμερικάνικο teen ταινιάκι που προβάλλει ο Αντένα Κυριακή μεσημέρι: μυρίζει σεξ σαν άλλο μπουντρούμι που οι κάτοχοί του αρέσκονται στη χρήση latex ή/και pvc, στο ψυγείο επικρατεί μινιμαλισμός σε βαθμό λιμοκτονίας, όχι ότι δεν έχουμε να φάμε αλλά most of the time τρώμε ο ένας τον άλλο, υπάρχουν παντού διάσπαρτα παιχνίδια για το PS3 και τη βιβλιοθήκη πλέον κοσμούν τα κόμικ μου και αμφιβόλου αισθητικής και ποιότητος ποιήματά μου που συνήθως υμνούν κάποια ανατομική λεπτομέρεια του συντρόφου μου. Κοινώς, ένα χρόνο μετά είμαι στην ίδια θέση με ένα χρόνο πριν, μες το βρακί του Μπιλάρα, η ζωή κυλά τον περισσότερο καιρό ανέμελη και η δουλειά μου φαίνεται ένα καθημερινό ιντερλούδιο ανουσιότητας μέχρι να επιστρέψω στην τρύπα μας και να πλύνω κάνα πιάτο φορώντας κάτι εύφλεκτο.
Δε μου λείπει τίποτα,
(and now for the whiny-ass part of the story)
τίποτα εκτός από τον πατέρα μου. Το μπαμπά μου, που μου λείπει σα να μην ήμουν μες το ίδιο σπίτι με κείνον τα προηγούμενα εικοσιδύο χρόνια, σα να ξύπνησα ένα πρωΐ ενήλικας, σα να φύτρωσα κάπου στην Ποσειδώνος μια μέρα. Το μπαμπά μου. Τον καλό μου μπαμπά, που με ξυπνούσε για να πάω σχολείο. Τώρα έχω ένα κινητό με το πιο σπασαρχίδικο ξυπνητήρι του κόσμου, και όταν χτυπάει θέλω να το θρυμματίσω με τους αγκώνες μου. Συν ότι δε με χαιδεύει στοργικά στο κεφάλι όταν γυρνάω από την άλλη και λέω πέντε λεπτάκια ακόμα, ούτε έρχεται μετά από πέντε λεπτάκια να με σύρει από το κρεβάτι γκαρίζοντας τελείωνε ρε Λυδία. Μου λείπει πολύ. Τώρα πια ξέρω ότι δεν είναι στο μέσα δωμάτιο, ότι δε θα περάσει να ρίξει μια ματιά όταν κάθομαι στην κουζίνα και διαβάζω κάτι, ότι δε θα έρθει να με πάρει από το τραμ γιατί δε θα γυρίσω σπίτι μου, κι όταν ακούω τα κλειδιά στην πόρτα ξέρω ότι είναι ο Βασίλης ο δικός μου, και χαίρομαι, κι όμως πάντα σκέφτομαι ότι λίγα χιλιόμετρα πιο κάτω ανοίγει την πόρτα ο Βασίλης ο μπαμπάς μου, και για λίγα δευτερόλεπτα η καρδιά μου γίνεται ένα μικρό κουβάρι. Κι ας τον βλέπω σχεδόν κάθε μέρα. Γιατί ξέρω πως κάθε φορά που είμαι στο πατρικό μου, η τηλεόραση στο σαλόνι απορρυθμίζεται με παρέμβαση μυστήριας ανώτερης δύναμης. Και ξέρω πως αργά ή γρήγορα θα τον ακούσω να φωνάζει ρε Λυδιάκι πάλι κάτι έπαθε αυτή η μαλακία, δε πιάνω το σκάι/τα δείχνει όλα πορτοκαλί/δείχνει το Μάινα κοντόχοντρο, έλα να το φτιάξεις δυο λεπτάκια.
Ποτέ μου δεν έχω ξανακάνει τόσο γλυκιά αγγαρεία.
Τις προάλλες τον ρώτησα αν ξέρει να το κάνει μόνος του, μιας και εκείνος ήταν ο άνθρωπος που μου έδειξε πως να φτιάχνω την τηλεόραση, το βίντεο, το καζανάκι και όλα τα ψιλά υδραυλικά, τα φώτα και ο, τιδήποτε στον κόσμο λειτουργεί με μπαταρίες εκτός από το προφανές, χαχαχα, ωραίο αστείο Μάρκο Σεφερλή. Μου απάντησε πως κάθε φορά που του το δείχνω το ξεχνάει. Με βάση μερικούς πρόχειρους υπολογισμούς μου, ο πατέρας μου έχει να ξεχάσει κάτι τα τελευταία εικοσιτρία χρόνια τουλάχιστον, άρα ξέρω πως νιώθει έτσι κι αυτός. Κι εγώ γίνομαι εκείνος λίγο πιο πολύ κάθε μέρα, γιατί έτσι κι αλλιώς ανέκαθεν ήμαστε ίδιοι, γεγονός που οδηγούσε τις περισσότερες φορές τη μητέρα μου στην τρέλα, ψάλλοντας σαν Επιδαύρια τραγωδός ίδια ο πατέρας σου, ίδια, ΙΔΙΑ, ΜΙΣΟ ΠΡΑΓΜΑ ΔΕΝ ΤΟΥ ΑΦΗΣΕΣ. Συνεχώς γίνομαι εκείνος, δε μιλάω πολύ, βρίζω καμιά φορά όταν ακούω ειδήσεις στραβοκοιτώντας την τηλεόραση, πίνω τον καφέ μου σκέτο και αφού κρυώσει, ζουλάω την οδοντόβουρτσα όπως εκείνος, οδηγάω όπως εκείνος οκ ίσως λίγο χειρότερα αλλά με το ίδιο ύφος και την τακτική δε με νοιάζει αν κατουριέστε/πεινάτε/πιαστήκατε, εγώ δε σταματάω ,
και όταν μιλάμε οι δυο μας τελειώνει πια ο ένας τις προτάσεις του άλλου.